Η γυναικα στην Αρχαια Σπαρτη
Ο γυναικείος πληθυσμός της Σπάρτης αποκλειόταν από το στρατιωτικό λειτούργημα, διότι οι νόμοι της πόλεως προσδιόριζαν ως καθήκον τους την γέννηση και ανατροφή υγιών τέκνων. Η αγωγή των γυναικών δεν άγγιζε, ούτε καν προσέγγιζε, τα όρια αυστηρότητας εκείνης των ανδρών, διότι ο προορισμός και η αποστολή τους εντός της Πολιτείας ήταν διαφορετικής φύσεως. Αυτό βεβαίως δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί ως μία καταπίεση του γυναικείου φύλου, το αντίθετο μάλιστα. Η γυναικεία ελευθερία σε καμία άλλη πόλη του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου δεν εκδηλώθηκε τόσο έμπρακτα, όσο στην Λακωνική Πολιτεία. Στη Σπάρτη, οι γυναίκες είχαν το αποκλειστικό προνόμιο, απ’ όλες τις άλλες Ελληνίδες, να γυμνάζονται ισότιμα με τους άνδρες και να κυκλοφορούν άνευ περιορισμών. Όπως γνωρίζουμε, ευγονικές μέθοδοι ίσχυαν και ως προς τις γυναίκες, οι οποίες άπτονταν του καθορισμού της υγείας των γυναικών και της καταλληλότητάς τους να φέρουν στον κόσμο υγιή παιδιά. Η ανατροφή των κοριτσιών εναπόκειτο στην κρίση και στη βούληση των γονέων τους, η μόνη δε υποχρέωσή τους ήταν να γυμνάζονται. Ουκ ολίγα κορίτσια, διακρίνονταν στο ακόντιο, στη ρίψη του δίσκου, στην πάλη, στο τρέξιμο και σε λοιπές αθλητικές δοκιμασίες, ενώ ενεργός ήταν η συμμετοχή τους, σε θρησκευτικά και καλλιτεχνικά δρώμενα. Σε όλες αυτές τις δραστηριότητες, τα κορίτσια συμμετείχαν και γυμνά, γεγονός πρωτόγνωρο και ασύλληπτο για άλλη πόλη – κράτος.
Στους λάτρεις του Ομήρου δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι πριν η Ελένη γίνει Ελένη της Τροίας ήταν η Ελένη της Σπάρτης, σύζυγος του καλού βασιλιά Μενέλαου και νύφη του Αγαμέμνονα. Χάρη στο μοναδικό κάλλος της, ένας δελφικός χρησμός μπορούσε με ασφάλεια να προβλέψει ότι απ’ όλη την Ελλάδα οι γυναίκες της Σπάρτης ήταν οι πιο όμορφες – εικόνα που δεν ευτελίζεται διόλου από τα βασανιστικά άσματα των κοριτσιών (παρθένεια) που γράφτηκαν στη Σπάρτη από τον Αλκμάνα για να τραγουδιούνται από το χορό των νεαρών παρθένων λίγο πριν περάσουν το κατώφλι του γάμου. Βάλτε στο μυαλό σας το χαρακτήρα της Λαμπιδούς (ένα όνομα όμορφο και βασιλικό στην πραγματικότητα, που συνηθίζουν οι Σπαρτιάτες), της Σπαρτιάτισσας συζύγου που ο Αριστοφάνης ανεβάζει στην κωμική σκηνή των Αθηνών αμέσως μετά την πρεμιέρα της Λυσιστράτης το 411. Η Λαμπιδώ είναι ο ορισμός του καλοσχηματισμένου θηλυκού σώματος και αξιοθαύμαστη όχι μόνον για τα στητά στήθη της, αλλά και για το σύνολο της σωματικής της διάπλασης (Γεια σου, χρυσή μου Λαμπιτώ, Σπαρτιάτισσά μου. Γλυκιά μου εσύ, πώς λάμπει η ομορφιά σου. Τι χρώμα, τι κορμί γεροδεμένο! Και ταύρο πνίγεις.). Με άλλα λόγια εκφράζει – φυσικά με κάποια κωμική υπερβολή – την πραγματικότητα στη Σπάρτη, που ήθελε τα κορίτσια να γυμνάζονται και σε καμία περίπτωση να είναι περιορισμένα σε αμιγώς οικιακές και στατικές εργασίες.
Οι Σπαρτιάτισσες όχι μόνο διατηρούσαν τα δικαιώματα τους στην πατρική περιουσία αλλά μπορούσαν και παντρεμένες να αποκτήσουν δικιά τους, έτσι που τον καιρό του Άγη και του Κλεομένη τα περισσότερα χωράφια της Λακεδαίμονας ανήκαν σε Σπαρτιάτισσες.
Αναφέρουμε ενδεικτικά την Κυνίσκα, κόρη του βασιλέα Αρχίδαμου, η οποία είναι η πρώτη γυναίκα εκτροφέας αλόγων αλλά είναι και η πρώτη γυναίκα Ολυμπιονίκης στο τέθριππο και μάλιστα δύο φορές. Το 396 π.Χ. και το 392 π.Χ.
Πολύ μεγάλες ήταν και οι σεξουαλικές ελευθερίες των γυναικών της Σπάρτης. Το λεγόμενο ότι “στη Σπάρτη δεν υπήρχαν μοιχοί” δεν έχει καμιά σχέση με την συζυγική πίστη, αλλά υποδήλωνε ακριβώς το αντίθετο. Δεν υπήρχε η έννοια της μοιχείας γιατί οι Σπαρτιάτισσες μπορούσαν ελεύθερα να έχουν ερωτικές σχέσεις με άλλους άντρες, παντρεμένους και μη. Όταν μάλιστα, στο δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο, οι άντρες τους λείψανε πολλά χρόνια μακριά τους, οι Σπαρτιάτισσες δέχτηκαν τις ερωτικές περιποιήσεις των ειλώτων, χωρίς καμιά συνέπεια σε βάρος τους, μολονότι από όλην αυτή την ιστορία γεννήθηκαν πολλά παιδιά, οι λεγόμενοι Παρθενίαι, τους οποίους τελικά η πολιτεία, μη μπορώντας να τους εξομοιώσει με τους πατεράδες τους αλλά μη θέλοντας να τους κάνει ισότιμους με τους άλλους Σπαρτιάτες, τους ξεφορτώθηκε στέλνοντάς τους να ιδρύσουν στη Μεγάλη Ελλάδα την αποικία του Τάραντα..
Αυτή η ελευθερία εκφραζόταν και στη γυναικεία αμφίεση. Πολλούς αιώνες πριν εφευρεθεί η «μίνι» φούστα, οι Σπαρτιάτισσες φορούσαν τις φαινομηρίδες, που ήταν πολύ κοντοί χιτώνες που όχι μόνο άφηναν τους μηρούς των γυναικών σε κοινή θέα, αλλά ήταν και σχιστοί στο πλάι, περίπου ως τη μέση.
Εκτός αυτού σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούσαν (οι νέες κοπέλες φυσικά) να κυκλοφορούν τελείως γυμνές. Αυτό το θέσπισε, κατά την παράδοση, ο Λυκούργος, αρχικά μόνο κατά τα στρατιωτικά γυμνάσια των νεαρών, θέλοντας έτσι να τους εξασκήσει ώστε να προσέχουν τα παραγγέλματα του «επιλοχία», όταν γύρω τους στις κερκίδες του σταδίου, στέκονταν εκατοντάδες ολόγυμνα κορίτσια.
Ο γάμος ήταν θεσμός υποχρεωτικός, για όλο τον ελεύθερο και υγιή πληθυσμό. Οι νόμοι προέβλεπαν την τιμωρία όσων παντρεύονταν σε μεγάλη ηλικία, καθώς και των γυναικών εκείνων, που παντρεύονταν σε μικρή ηλικία. Ειδικές ποινές προβλέπονταν για τον «οψιγάμιον», καθώς και για τον «κακογάμιον». Ο Πλούταρχος (Λύσανδρος, 2), αναφέρεται στην περίπτωση του βασιλιά Αρχιδάμου, τον οποίο τιμώρησαν οι Έφοροι, διότι νυμφεύθηκε γυναίκα πολύ μικρής ηλικίας και συνεπεία τούτου του γεγονότος, δεν ήταν δυνατόν να γεννηθούν άρτια τέκνα
Οι άνδρες που έμεναν ανύπανδροι, αντιμετώπιζαν ποινές και επιτιμήσεις, ενώ παράλληλα αποκλείονταν από την παρακολούθηση των «Γυμνοπαιδιών», τον δε Χειμώνα η Πολιτεία τους υποχρέωνε να βαδίζουν εντός κύκλου επί της αγοράς. Εκεί τραγουδούσαν ένα, μειωτικού χαρακτήρα τραγούδι, το οποίο ανέφερε ότι δικαίως υφίστανται αυτή την αντιμετώπιση.
Χαρακτηριστική των ηθών και των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην Σπάρτη περί των αγάμων, είναι η περίπτωση του Στρατηγού Δερκυλίδα. Ο Δερκυλίδας, αν και διακεκριμένος στο πεδίο της μάχης, αντιμετωπιζόταν αρνητικά ως άγαμος, γεγονός το οποίο δικαιολογούσε την επίδειξη μειωμένου σεβασμού προς το πρόσωπό του. Όταν λοιπόν ο στρατηγός Δερκυλίδας, θέλησε να καθίσει κάπου και τα καθίσματα ήταν κατειλημμένα από νέους, ο νέος στον οποίο απευθύνθηκε για να σηκωθεί, δεν του παραχώρησε τη θέση του, λέγοντάς του επιγραμματικά «Στρατηγέ δεν έχεις το γιο που θα δώσει το κάθισμά του σε εμένα»
Επειδή η αποστολή της οικογένειας στην Σπάρτη ήταν η γένεση υγιών παιδιών, ο άνδρας μπορούσε να συγκατατεθεί ώστε η γυναίκα του να συνευρεθεί με έναν άλλο Σπαρτιάτη, προκειμένου να προκύψει από την ένωσή τους ένα υγιές τέκνο, χωρίς αυτό να θεωρείται καθόλου επιλήψιμο.
Η τελετή του γάμου στη Σπάρτη φαίνεται πως δεν αποτελούσε δημόσιο γεγονός. Όπως περιγράφει ο Πλούταρχος, ένας διαδεδομένος τύπος σύστασης του γάμου είναι δι’ αρπαγής: Χωρίς παρουσία οικογενειών ή προσκεκλημένων, την γυναίκα απήγαγε τελετουργικά κατά τη διάρκεια της νύχτας ο μέλλων σύζυγός της. Με την βοήθεια της νυμφεύτριας, της ξύριζαν το κεφάλι, της φορούσαν ανδρικά ρούχα και την άφηναν ξαπλωμένη στο σκοτάδι να περιμένει. Ο σύζυγος μετά την ερωτική συνάντησή τους όφειλε να επιστρέψει στους κοιτώνες του και εξακολουθούσε να ζει εκεί με τους συνηλικιώτες στις αγέλες, έως ότου συμπλήρωνε τα τριάντα έτη του. Έως τότε συγκατοίκηση των συζύγων δεν προβλεπόταν. Είναι σαφές πως αυτή η διαδικασία είχε ως στόχο αποκλειστικά την τεκνοποίηση. Εξάλλου, εξ αιτίας του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της Σπάρτης, οποιοσδήποτε πολίτης μπορούσε να απαγάγει μια γυναίκα στη Σπάρτη, με στόχο την παιδοποιία, αρκεί ο πατέρας ή και ο σύζυγος της να ήταν σύμφωνος. Έτσι λειτούργησε και ο θεσμός της πολυανδρίας, η θέσπιση της οποίας αποδίδεται στον ίδιο τον θρυλικό νομοθέτη Λυκούργο. Η πολυανδρία συνιστά σπάνια μορφή πολυγαμίας, όπου η σύζυγος τεκνοποιούσε νομίμως με περισσοτέρους συζύγους ταυτόχρονα. Η Σπαρτιατική πολυανδρία είχε εντυπωσιάσει τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα και τους αθηναϊκούς φιλοσοφικούς κύκλους των αρχών του 4ου π.Χ. αιώνα. Τον επόμενο αιώνα, ο Πολύβιος καταγράφει στην Σπάρτη και την αρχαιότερη γνωστή μαρτυρία για την λεγόμενη «αδελφική πολυανδρία», όπου οι πολυάριθμοι σύζυγοι της Σπαρτιάτισσας είναι εξ αίματος αδελφοί ή στενοί φίλοι. Σε αυτό το σχήμα οργάνωσης της οικογένειας η περιουσία παραμένει αδιαίρετη και η πατρότητα των τέκνων (τα οποία θεωρούνται κοινά) ασκείται συλλογικά. Όμως, στην Σπάρτη η συλλογική άσκηση της πατρικής εξουσίας είναι νόμιμη και συνηθισμένη.
Η γυναίκα στην Αρχαία Αθήνα
Αθηναία εννοούμε την κόρη ή τη σύζυγο ενός Αθηναίου πολίτη. Η ίδια θα κατόρθωνε να επιβιώσει μετά τη γέννηση της και να διαφύγει τον κίνδυνο της «έκθεσης» που πολύ συχνά διέτρεχε από τους ίδιους της τους γονείς. Καταδεικνύει ξεκάθαρα την πρακτική της έκθεσης των νεογνών και ειδικότερα των θηλέων. Η γέννηση μίας κόρης δεν ήταν τόσο καλοδεχούμενη στην ελληνική οικογένεια. Λαμβανομένου υπόψη όχι μόνο του κόστους ανατροφής τους αλλά παράλληλα και της υποχρέωσης παραχώρησης σε αυτές προίκας.
Η οικογένεια απαρτίζεται τόσο από τα μέλη της πυρηνικής οικογένειας, όσο και από τους δούλους που είχαν τα μέλη αυτά στην ιδιοκτησία τους. Ονόμαζαν μία ορφανή και άγαμη ή χήρα κόρη χωρίς αδερφό, ως «επίκληρο». Την επίκληρο θυγατέρα είχαν δικαίωμα να νυμφευθούν: πρώτον ο αδερφός του πατέρα της ορφανής , δηλαδή ο θείος της, δεύτερον ο γιος του, δηλαδή ο πρώτος ξάδερφος της, τρίτον ο γιος της αδελφής του πατέρα της και τέταρτον οι αδερφοί του παππού της επικλήρου και οι κατιόντες τους. Είναι αξιοσημείωτη εν προκειμένω η αφαίρεση από την ίδια τη γυναίκα οποιασδήποτε δυνατότητας επιλογής σε ένα ζήτημα μάλιστα, το οποίο την αφορά εξ ολοκλήρου, με πρόσχημα την ευημερία της οικογένειας και του κοινωνικού συνόλου, καταλείποντας σε δεύτερη έως και και τελευταία μοίρα την προσωπική της ευτυχία αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο νόμος την υποχρέωνε στην περίπτωση που υπήρχαν πολλοί άνδρες με την ίδια συγγενική σχέση να νυμφευθεί τον μεγαλύτερο σε ηλικία! Ως «επίκληρο» εννοούμε την κληρονόμο. Ωστόσο η «επίκληρος» δεν κατείχε υπό αυτή την έννοια η ίδια την οικογενειακή περιουσία με το συνακόλουθο δικαίωμα διαθέσεως αυτής. Η περιουσία παρέμενε στην ίδια μέχρι να είναι έτοιμος ο γιος της να κληρονομήσει.
Για την εκπροσώπηση της ίδιας και την άσκηση των δικαιωμάτων της ενώπιον της πόλης υπήρχε πάντα κάποιος ‘άνδρας-προστάτης, ο «κύριος» της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Claude Mossé: «… η Αθηναία είναι μία αιώνια ανήλικη και αυτή η αδυναμία ενηλικίωσης επιβεβαιώνεται από την ανάγκη να έχει σε όλη τη ζωή της έναν κηδεμόνα, έναν «κύριο», τον πατέρα της πρώτα έπειτα το σύζυγο της, και αν αυτός πεθάνει πρώτος το γιο της ή σε απουσία του γιου της, τον πιο κοντινό συγγενή. Η ιδέα μιας ανύπαντρης γυναίκας, ανεξάρτητης που διαχειρίζεται την προσωπική της περιουσία, είναι αδιανόητη». Κύριος της γινόταν ο κληρονόμος του κατά συνέπεια, σαφές ότι η Αθηναία γυναίκα δεν ήταν ποτέ στη ζωή της ανεξάρτητη. Υποχρεώσεις, του «κυρίου» μιας Αθηναίας ήταν η παραχώρηση σε αυτής προίκας. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι σε περίπτωση διαζυγίου τόσο από την πλευρά ίδιου του συζύγου, όσο και από την πλευρά της γυναίκας, ή ίδια επέστρεφε στην «κυρεία» του πατέρας της και μαζί με αυτή υποχρεωτικά και η προίκα που της είχε δοθεί κατά την τέλεση του γάμου.
Εκτός από τις ελεύθερες Αθηναίες, υπήρχαν ασφαλώς και οι δούλες, οι οποίες περιττό να αναφερθεί ότι όχι μόνο ουδεμία θέση απολάμβαναν στον κοινωνικό ιστό, αλλά διήγαν βίο ιδιαίτερα σκληρό και απάνθρωπο τις περισσότερες φορές. Οι γυναίκες αυτές δεν είχαν ούτε τη δυνατότητα να δημιουργήσουν δική τους οικογένεια, ενδεχομένως με κάποιο δούλο. Έθεσε τη γυναίκα στο περιθώριο, εγκλωβίζοντας τη μέσα στο σπίτι και εξασφαλίζοντας τη ένα ρόλο καθαρά παιδοποιητικό με αποκλειστικά καθήκοντα την καθημερινή φροντίδα και διαχείριση του οίκου της και την ανατροφή των παιδιών της. Η οποία ήθελε την κάθε ανύπαντρη κόρη μέχρι να φτάσει σε ηλικία γάμου να ζει περιορισμένη και ουσιαστικά αποκλεισμένη στον οίκο του κυρίου της.
Η εκπαίδευση της Γυναίκας περιορίζονταν αποκλειστικά στη φροντίδα του νοικοκυριού, δεδομένου ότι η γνώση της μαγειρικής, της καθαριότητας, της ραπτικής και της ύφανσης τους εξασφάλιζε όλα όσα χρειάζονταν για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο ρόλο που τους είχε αναθέσει η αθηναϊκή κοινωνία. Η τέλεση εκ μέρους των νεαρών γυναικών γενετήσιων πράξεων προτού γάμου έδινε το δικαίωμα στον πατέρα της να τις πουλήσει στο σκλαβοπάζαρο.
Συμπεράσμα
Είναι μάλλον φανερό ότι η θέση των γυναικών την εποχή εκείνη δεν καθορίζεται τόσο από προγενέστερους ηθικο-θρησκευτικούς παράγοντες, αλλά από ξεκάθαρες ανάγκες και πρακτικές της ίδιας της εποχής και κοινωνίας που ζούσαν. Η βασική διαφορά μεταξύ των Αθηναίων γυναικών και των Σπαρτιατισσών έχει να κάνει με την κύρια ιδεολογική κατεύθυνση της πόλης στην οποία ζούσαν. Στην δημοκρατική Αθήνα κυρίαρχος κοινωνικός θεσμός είναι ο «οίκος» και η συνέχειά του πάση θυσία, αφού αυτός αποτελεί το δομικό και κυρίαρχο στοιχείο της πόλης καθιστώντας τις γυναίκες φαινομενικά υπόδουλες αυτής της λογικής και περιορισμένες, αν και το μόνο πραγματικά σίγουρο δεν ήταν τόσο ο περιορισμός αλλά η δικαιοπρακτική τους δυνατότητα. Στην αριστοκρατική Σπάρτη αντίστοιχα ο οίκος διευρύνεται σε όλη την πόλη, τα πάντα απορρέουν και εξυπηρετούν την συνολική κοινωνία και όχι κάποια μονάδα της, δίνοντας έτσι στις γυναίκες μεγαλύτερη άνεση και τελικά δύναμη. Αυτό καθόρισε και την διαφορά στην αντιμετώπιση των γυναικών και την θέση τους στην κοινωνία, δίνοντάς μας δύο χαρακτηριστικά και μάλλον ακραία παραδείγματα των γυναικών της αρχαίας ελληνικής εποχής.
Μια απογοητευτική σκέψη είναι η σύγκριση με την νεώτερη εποχή, και με το πόσο η θρησκευτική θεώρηση πλέον και αποκλειστικά επηρέασε για αιώνες και επηρεάζει ακόμα την θέση της γυναίκας. Στην Ανατολή και στις κοινωνίες που επηρεάζονται από το Ισλάμ η θέση της είναι η χειρότερη από όσο μπορεί να φανταστεί κάποιος. Στην χριστιανική Δύση μέσα από τον Διαφωτισμό και την ανεξιθρησκία, δόθηκαν αρκετοί διέξοδοι ώστε να θεωρείται η γυναίκα πλήρως ανεξάρτητη από τον άντρα, κάτι που δεν ήταν προφανές και η χριστιανική θρησκεία πάλεψε και παλεύει συνέχεια, να επαναφέρει στην πρότερη ηθική και ουσιαστική υποδούλωσή της, με μόνη την λογική, ότι υπάρχει ένας θεός, που ενδιαφέρεται ιδιαίτερα άμεσα ή έμμεσα, για την συναισθηματική και σεξουαλική ζωή των ανθρώπων και κυρίως των γυναικών.